απανθρακώνω


απανθρακώνω
απανθρακώνω, απανθράκωσα βλ. πίν. 3

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • απανθρακώνω — (Α ἀπανθρακῶ, όω) καίω κάτι ώσπου να γίνει κάρβουνο …   Dictionary of Greek

  • απανθρακώνω — ωσα, ώθηκα, ωμένος, καίω κάτι ώσπου να γίνει κάρβουνο: Από την πυρκαγιά είχαν απανθρακωθεί όλα τα έπιπλα του σπιτιού …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανθρακοποιώ — ( έω) μεταβάλλω με καύση ξύλα ή άλλη ύλη σε άνθρακα, απανθρακώνω …   Dictionary of Greek

  • ανθρακώνω — (Α ἀνθρακοῡμαι, όομαι) νεοελλ. 1. απανθρακώνω, αποτεφρώνω, μεταβάλλω σε κάρβουνο 2. εμπλουτίζω με άνθρακα αρχ. παθ. 1. γίνομαι κάρβουνο ή στάχτη 2. Ιατρ. πάσχω από άνθρακα …   Dictionary of Greek

  • εξανθρακώνω — (Α ἐξανθρακῶ, όω) καίγοντας κάτι το μεταβάλλω σε άνθρακα, σε κάρβουνο, απανθρακώνω νεοελλ. χημ. αφαιρώ τον άνθρακα που περιέχεται σε μια ουσία …   Dictionary of Greek

  • καίω — και καίγω και κάβω και κάβγω (AM καίω, Α και αττ. τ. κάω) 1. βάζω φωτιά σε κάτι, καταστρέφω κάτι με φωτιά, αποτεφρώνω, απανθρακώνω («καίω ξύλα») 2. εκπέμπω μεγάλη θερμοκρασία («σήμερα καίει πολύ ο ήλιος») 3. πυρπολώ («οι μπουρλοτιέρηδες έκαψαν… …   Dictionary of Greek

  • καρβουνιάζω — [κάρβουνο] 1. μεταβάλλω κάτι σε κάρβουνο, απανθρακώνω 2. παρασκευάζω κάρβουνα 3. (αμτβ.) γίνομαι κάρβουνο …   Dictionary of Greek

  • κατανθρακώ — κατανθρακῶ, όω (Α) μεταβάλλω εντελώς σε άνθρακα με την καύση, απανθρακώνω, «κάνω κάρβουνο» (α. «στέγην πυρώσω καὶ κατανθρακώσομαι», Αισχύλ. β. «δέμας φλογιστὸν ἤδη καὶ κατηνθρακωμένον», Σοφ.) …   Dictionary of Greek

  • περιφλύω — Α 1. (για κεραυνό) απανθρακώνω 2. (για την ράβδο τού Ααρών) κάνω να βλαστήσει. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για παρεφθαρμένο τ. τού περιφλεύω*] …   Dictionary of Greek

  • πυρπολώ — πυρπολῶ, έω, ΝΜΑ βάζω φωτιά σε κάποιον ή σε κάτι και τον καταστρέφω εντελώς, απανθρακώνω (α. «ο ψυχασθενής πυρπόλησε με πετρέλαιο τη γυναίκα του» β. «τὶς ἡμῶν πυρπολεῑ τὴν οἰκείαν;», Αριστοφ.) αρχ. 1. ανάβω φωτιά και τη διατηρώ 2. επιτίθεμαι… …   Dictionary of Greek